ΑΜΠΝΤΟΥ ΜΑΧΜΟΥΝΤ ΑΜΙΝΑ
ΑΜΠΝΤΟΥ ΜΑΧΜΟΥΝΤ ΑΜΙΝΑ

31 Ιανουαρίου 2020 13:52

Το Κουρδικό ζήτημα: Ο κουρδικός εθνικισμός, το PKK και η τουρκική πολιτική κατά των Κούρδων

Διάβασέ μου το...

*Η Αμίνα Μαχμούντ Αμπντού είναι μεταπτυχιακή φοιτήτρια στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών – Μέλος της SAFIA.

“To die for thee, my Kurdistan, nothing is sweeter, to be master in one’s home and proudly sing in Kurdish. In the lustre of our arms celebrating the fame of our old age race, of our cherished land. To be free, to love, to think, to die….”

Unknown Kurdish poet

Η μάχη για ένα κουρδικό κράτος αποτελεί ένα από τα πιο κρίσιμα και ιδιάζοντα ζητήματα στη Μέση Ανατολή. Για πρώτη φορά, στη μοντέρνα ιστορία, ο έλεγχος του κουρδικού προβλήματος ξεγλιστρά από τις γείτονες χώρες, και αποκτά δική του βαρύτητα. Οι Κούρδοι, η τέταρτη μεγαλύτερη εθνότητα στη περιοχή, αγωνίζονται αποφασιστικά για εθνική ανεξαρτησία και αυτονομία από τα περιφερειακά κράτη, πλάθοντας τα γεωπολιτικά όρια της περιοχής, και  επεμβαίνοντας με πρωτοφανή πολιτικό αντίκτυπο στα σύγχρονα τεκτενόμενα μέσω του σχηματισμού εθνικού και ανθρωπιστικού κινήματος, με αέρα φεντεραλισμού και το σημαντικότερο, την εμπράγματη πιθανότητα δημιουργίας ενός «νέου» κράτους. Αδιαμφισβήτητα, η Μέση Ανατολή βρίσκεται σε μια περίοδο μεγάλων μετασχηματισμών.

Εθνικισμός και ανάδυση του Κουρδικού Εθνικισμού

Κεντρικός πυλώνας της εθνικής ιδεολογίας αποτελεί η ιδέα της ύπαρξης μιας «αθάνατης» κοινότητας: του έθνους. Για τον εθνικισμό, το έθνος δεν συμπεριλαμβάνει μόνο την οργανωμένη κοινότητα με κοινή γλώσσα και  κουλτούρα, αλλά εκτείνεται στην οικονομική ζωή και τη κρατική συγκρότηση (ή έστω την επιθυμούσα τη κρατική συγκρότηση). Το έθνος, έτσι, ταξιδεύει στο χρόνο, καθώς ενυπάρχει σε αυτό, ένας «ιστορικός χώρος» εντός του όποιου πραγματοποιείται αυτό το ταξίδι και του οποίου τα όρια είναι ελαστικά (Lungthuiyang Riamei, 2015). Η εθνική ταυτότητα συν τοις άλλοις, σύμφωνα με τον Antony Smith, αποτυπώνει τη πολιτική κοινότητα, την ιστορία, το αίσθημα της πατρίδας, τις κοινές αξίες και παραδόσεις (Smith, Anthony D.,1981). Η ενασχόληση με τα κοινά, η εκφορά γνώμης περί εθνικών και πολιτικών ζητημάτων και τα συναισθήματα της οργής η της υπερηφάνειας υποδηλώνουν την ύπαρξη μιας εθνικής ταυτότητας (Smith Anthony D., 2001).

Ο Κουρδικός εθνικισμός προέκυψε σαν ιδεολογία πολύ πριν το σχηματισμό ενός επίσημου έθνους, χωρίς τη συμβολή της μεσαίας τάξης, σε μια εκ βάθρων αγροτική κοινωνία με έντονη φυλετικότητα. Από τον 16ο αι. μέχρι τα μέσα του 19ου, μεγάλο μέρος του Κουρδιστάν ήταν υπό τον έλεγχο ανεξάρτητων και αυτόνομων αρχών, που διέπρεψαν στην αγροτική και αστική ζωή.  Οι ζωές των Κούρδων μετασχηματίστηκαν ριζικά όταν η Οθωμανική και Περσική Αυτοκρατορία χώρισαν το Κουρδιστάν στις δικές τους σφαίρες εξουσίας. Προκειμένου να προστατέψουν τη κυριαρχία τους, οι αρχές αυτές στήριζαν τη μία ή την άλλη τοπική δύναμη. Τοιουτοτρόπως, ένας αναπόφευκτος εσωτερικός πόλεμος κατέστρεψε το αγροτικό τους σύστημα, και οδήγησε σε σφαγές και αναγκαστικές μεταναστεύσεις Κούρδων σε άλλα μέρη του Κουρδιστάν. Αυτή η κατάσταση δεν επέτρεψε την ανάπτυξη των σχέσεων αγροτικής παραγωγής, αντιθέτως ενδυνάμωσε τους φυλετικούς τρόπους ζωής.

Ο εθνικισμός είναι κατασκευασμένος από την πολιτισμική ελίτ και είναι χρωματισμένος πολιτικά. Η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στον Τουρκικό, Ιρανικό, Ιρακινό και Συριακό εθνικισμό και του Κουρδικού εθνικισμού είναι η παρουσία του κράτους. Από τη στιγμή που ο κουρδικός εθνικισμός στη Τουρκία, το Ιράκ και το Ιράν εξελίχθηκε σύμφωνα με την εκσυγχρόνιση των συγκεκριμένων εθνών κρατών, συνεχώς τονίζει την εθνική του διαφοροποίηση και εμμένει στην ιστορικοποίηση του. Αν και η Κουρδική πολιτισμική ελίτ τείνει να αναγνωρίζει ως τον «έτερο άλλο» τους Τούρκους στη κατασκευή του Κουρδικού εθνικισμού, η κουρδική εθνική ταυτότητα ιχνηλατείται κυρίως φυλετικά, γλωσσικά, θρησκευτικά και τοπικά. Το Κουρδιστάν είναι έθνος «υπό κατασκευή» σε αλληλεπίδραση με τον κόσμο των Αράβων, των Ιρανών και των Τούρκων.  Οι λόγοι αυτών των διαχωρισμών είναι κοινωνικοιστορικοί και εμπόδισαν την ανάδυση μιας πλήρους Κουρδικής ταυτότητας (Yavuz, Hakan M. and Micheal M. Gunter, 2001). Στις αρχές του 1920, η πολιτική γεωγραφία των κουρδικών περιοχών πήρε τη σημερινή της μορφή, με τη διαίρεση στα γειτονικά κράτη, οι πολιτικές των οποίων λειτούργησαν κατασταλτικά και καταπιεστικά στον κουρδικό λαό (Sluglett, Marion Farouk and Peter Sluglett, 2001).

Επιπρόσθετα, η φυλή είναι μια κοινότητα, ή ένα σύνολο κοινοτήτων που υφίσταται για τη προστασία των μελών της από εξωτερικούς εχθρούς και τη διατήρηση της λαϊκής κουλτούρας και του τοπικού τρόπου ζωής. Η κουρδική ζωή εκτυλίσσεται στα πλαίσια της φυλής στις περισσότερες περιοχές και βασίζεται στις τοπικές, κλειστές, αγροτικές κοινότητες με ένα θρησκευτικό ηγέτη, γνωστό ως σεΐχη. Αυτή η φυλετική διάρθρωση έχει διατελέσει ζωτικό ρόλο: η διαίρεση σε φυλές και περιοχές ενίσχυσετο σχηματισμό μιας κουρδικής ενότητας με ανυψωμένο κουρδικό φρόνημα έναντι των Τούρκων, των Ιρανών και των Αράβων με έναν κοινό σκοπό. Η φυλετική διάρθρωση συνιστά τον κεντρικό άξονα της Κουρδικής ταυτότητας αφού τους απομάκρυνε από συγκεντρωτικά καθεστώτα και διατήρησε μια μοντερνική αντίληψη του εθνικισμού μέχρι και την έλευση του 20 ου αιώνα.

Μια σύντομη αναδρομή στη Κουρδική ιστοριογραφία.

Οι Κούρδοι, ως φυλετικά οργανωμένη ομάδα ανθρώπων, μετοίκησε στην καρδιά της Δυτικής Ασίας από αρχαιοτάτων χρόνων. Τοποθετείται στην ορεινή περιοχή ανάμεσα στη Τουρκία, το βορειοανατολικό μέρος του Ιράκ και της Συρίας, το βορειοδυτικό σύνορο του Ιράν, ενώ μικρές ομάδες κατοίκησαν στη περιοχή της Πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Φυλή αυτοχθόνων, που αναφέρεται μάλιστα στο έργο του Ξενοφώντα «Κύρου Ανάβασις», διατηρεί τους γλωσσικούς ιδιωματισμούς της και την λαϊκή κουλτούρα, παρά τις έντονες μεταναστευτικές ροές και την επικυριαρχία ιμπεριαλιστικών καθεστώτων( Μπουρκάϊ Κεμάλ.,1999).

Η διάσπαση της Κουρδικής φυλής επιτελέστηκε σε δύο μέρη. Αρχικά, το 1514, όταν η Οθωμανική και η Περσική αυτοκρατορία ξερίζωσε αναρίθμητους Κούρδους και εν συνεχεία, το 1920-1923, όταν η Μ. Βρετανία και η Γαλλία διέσπασαν το οθωμανικό Κουρδιστάν στις περιοχές του Ιράκ, Ιράν, της Συρίας και Τουρκίας  (Meho, I. Lokman and Kelly L. Maglaughlin, 2001).

Με την ανάδυση του εθνικισμού κατά την Οθωμανική Αυτοκρατορία στα τέλη του 19ου αιώνα, δημιουργήθηκε το μεγαλύτερο κουρδικό επαναστατικό κίνημα υπό την ηγεσία του Σεΐχη Ουμπεϊντουλάχ. Σε κοινή πλεύση, αναπτύχθηκαν, εν συνεχεία, οι πρώτες πολιτικές ομαδοποιήσεις όπως και άλλες εκφάνσεις του κουρδικού εθνικισμού στις αρχές του 20ου αιώνα. Μετά τον 1ο παγκόσμιο πόλεμο, οι πρώιμες αυτές εκφράσεις του κουρδικού εθνικισμού ενθαρρύνθηκαν από τη Συνθήκη των Σεβρών αλλά υπονομεύτηκαν από τις ενέργειες της Τουρκίας, του Ιράκ, της Μ. Βρετανίας και της Σοβιετικής Ένωσης.

Τις δεκαετίες του 1920 και 1930, σφυρηλατήθηκαν αρκετές επαναστατικές κινήσεις με παράλληλη καλλιέργεια μιας νέας πολιτικής “intelligentsia” καθότι οι Κούρδοι διαιρέθηκαν και ενσωματώθηκαν σε νέα δυναμικά έθνη κράτη. Κατά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι Σοβιετικοί βοήθησαν να δημιουργηθεί η Δημοκρατία του Μαχαμπάντ (Δεκέμβριος 1945 -Οκτώβριος 1946), η οποία και έληξε άδοξα με την απόσυρση των Σοβιετικών δυνάμεων και την επικείμενη Ιρανική κατοχή.

Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι Κούρδοι παρέμειναν σχετικά αδρανείς λόγω των καθεστωτικών δυνάμεων που προσπαθούσαν να τους ελέγξουν. Ο κουρδικός λαός μετουσιώθηκε σε αντικείμενο προπαγάνδας τόσο της Σοβιετικής Ένωσης όσο και των Ηνωμένων Πολιτειών καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Το 1961 ο Μούλα Μουσταφά Μπαρζανί πρωτοστάτησε στην επανάσταση στο Ιράκ, η οποία δεν είχε καταπνιγεί μέχρι και το 1975. Η περίοδος από το 1975 μέχρι το 1980 υπήρξε όλεθρος για τους πολιτικούς σχηματισμούς, όξυνε την καταπίεση των Κούρδων στο Ιράκ και την Τουρκία ωστόσο, ανέδειξε μια ανανεωμένη Κουρδική εξέγερση στο Ιράν μετά τη πτώση του Σαα (Shah).

Η δημιουργία του Κουρδικού Εργατικού Κόμματος (PKK)

Το PKK  δημιουργήθηκε το 1978 από τον Αμπντουλάχ Οτζαλάν, πρώην φοιτητή της σχολής οικονομικών επιστημών του Πανεπιστημίου της Άγκυρας. Ο πυρήνας των ατόμων που αποτέλεσαν το PKK  υπήρχε από το 1972 . Το ιδεολογικό υπόβαθρο του κόμματος ήταν κυρίως μαρξιστικό/λενινιστικό με μια δόση κουρδικού εθνικισμού. Τα άτομα που το αποτελούσαν προέρχονται κυρίως από το κουρδικό προλεταριάτο και είχαν συνδυάσει την εθνική επανάσταση με την ταξική πάλη. Για το PKK, ο αγώνας χωρίζεται σε δύο στάδια, το εθνικό και το δημοκρατικό. Στα πλαίσια του εθνικού, πρώτα πρέπει να επιτευχθεί η δημιουργία ανεξάρτητου Κουρδιστάν και μετά, μέσα από τη δημοκρατική φάση του αγώνα, στόχος θα ήταν η εξάλειψη των φθαρμένων κοινωνικών δομών και η δημιουργία μιας αταξικής κοινωνίας.  Η επίσημη ίδρυση του Κουρδικού Εργατικού Κόμματος είναι η 27ηΝοεμβρίου 1978 με ιδεολογικό πλαίσιο το κείμενο «Ο δρόμος της Επανάστασης του Κουρδιστάν», σύμφωνα με το οποίο η αντίσταση απέναντι σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες θα γίνει μέσω της επανάστασης που θα οδηγήσει στη δημιουργία ενός ενιαίου και ανεξάρτητου σοσιαλιστικού Κουρδιστάν.

Το 1980, ο Οτζαλάν μεταβαίνει στο Λίβανο και δημιουργεί τη στρατιωτική και πολιτική ακαδημία του. Παράλληλα, ο στρατηγός Εβράν μετά το πραξικόπημα, ανακοινώνει ότι όλες οι εξουσίες περνούν στα χέρια του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας (ΣΕΑ), διατάσσεται η εκκένωση των συνοριακών χωριών, συλλαμβάνονται αρκετοί ύποπτοι ως πιθανά μέλη του PKK  και πραγματοποιούνται μαζικές εκτελέσεις  (Poulton H., 1997).

Ο ένοπλος αγώνας, που στελεχώθηκε από 35 με 40 χιλιάδες άτομα, εκφράστηκε με ναρκοθετήσεις οδών, ενέδρες, επιθέσεις σε αποσπάσματα χωροφυλακών, εκτέλεση χωρικών εντεταλμένων από την τουρκική χωροφυλακή και πυρπόληση τουρκικών σχολείων. Η Άγκυρα από τη μεριά της, αντέδρασε με την ενίσχυση των στρατιωτικών δυνάμεων στη νοτιοανατολική Τουρκία και τη δημιουργία πολιτοφυλακής Κούρδων χωρικών, πράγμα που κρίθηκε αναποτελεσματικό.

Επί σειρά ετών, ο κουρδικός αγώνας διαμέσου του PKK κλιμακώνεται. Ωστόσο, το 1987 διαπιστώνεται ότι επρόκειτο για κατάσταση εκτάκτου ανάγκης σε αρκετά κουρδικά βιλαέτια και ξεκινούν μαζικές εκτοπίσεις και μετακινήσεις πληθυσμών. Η επιβολή του στρατιωτικού νόμου, βάζει σε εφαρμογή έναν «ειδικό» πόλεμο από την Τουρκία που επέφερε την εκκένωση 900 περίπου πόλεων και 3.000 χωριών. Παράλληλα, ο Οτζαλάν βαπτίστηκε «τρομοκράτης» και το PKK  τρομοκρατική οργάνωση.

Τη δεκαετία του 1990, το κουρδικό ζήτημα επιτείνεται. Πιο συγκεκριμένα, το 1992 η Τουρκία επιδίωξε τη συνεργασία με το Ισραήλ, το Ιράν και το Ιράκ, υποσκάπτοντας τη μέχρι τότε στήριξη τους στην οργάνωση, φυλάκισε όποιον Κούρδο ή Τούρκο μιλούσε για κουρδικό ζήτημα και ενίσχυσε τα στρατεύματα της προκείμενου να καταστρέψει τις βάσεις του PKK. Άμεσος στόχος η πλήρης αποδυνάμωση της οργάνωσης. Κατά την περίοδο  1993-1995, ο Οτζαλάν κηρύσσει μονομερή κατάπαυση πυρών, ωστόσο η οργάνωση χάνει τη διεθνή της υποστήριξη σε κοινή πλεύση με τις προσπάθειες της Τουρκίας για σύλληψη του αρχηγού της (Olson R., 1996). Ο Οτζαλάν, εν τέλει, με την εμπλοκή μυστικών υπηρεσιών και της Ελληνικής πρεσβείας στην Κένυα, συνελήφθη και παραδόθηκε στις Τουρκικές αρχές όπου βρίσκεται φυλακισμένος μέχρι σήμερα στο νησί Ιμραλί από τον Φεβρουάριο του 1999. Το αποτέλεσμα της δίκης ήταν καταδίκη σε θάνατο, αλλά μετατράπηκε σε ισόβια κάθειρξη, καθότι η θανατική ποινή απαγορεύτηκε στην Τουρκία τον Αύγουστο του 2002 (Καλογερόπουλος Κ., 1999).

Ύστερα από την αμοιβαία κατάπαυση πυρών και τις ειρηνευτικές διαβουλεύσεις που ανακοινώθηκαν από τον Ερντογάν στις 31 Δεκεμβρίου 2012, η ένταση κλιμακώθηκε ξανά το 2014 μετά από διαδηλώσεις για τη διένεξη στη περιοχή Kobani (Αλέππο) και τη μάχη κατά του Ισλαμικού κράτους. Ο πόλεμος ξεσπά σε όλες τις πόλεις της κουρδικής πλειοψηφίας στη νοτιοανατολική Τουρκία κι ένα κύμα βομβιστικών επιθέσεων που συνδέονται με το ΡΚΚ έπληξε τις πόλεις προς τα δυτικά, συμπεριλαμβανομένης της πρωτεύουσας της Άγκυρας και της Κωνσταντινούπολης (Washington Post, 2018).

Στις 9 Οκτωμβρίου 2019, σε σειρά τουρκικών επεμβάσεων στην περιοχή της ΒΑ Συρίας όπως η επιχείρηση «Κλάδος της Ελαιάς»(Washingthon Post, 2018), οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις με πρόσχημα τη δράση των Κουρδικών πολιτοφυλακών που βρίσκονται στη συγκεκριμένη περιοχή, εξαπέλυσαν νέα επίθεση με κωδική ονομασία «Πηγή Ειρήνης» από εδάφους και αέρος, στοχεύοντας κουρδικούς πληθυσμούς. Η Τουρκία είχε προειδοποιήσει αρκετές φορές ότι στόχος της είναι η εξουδετέρωση των Κούρδων ανταρτών (Παπαδόπουλος Π., 2019) , τους οποίους θεωρεί τρομοκράτες, δίχως την άποψη αυτή να συμμερίζονται, ωστόσο, άλλες ευρωπαϊκές χώρες (Φέσιας Λ.,2019). Οι Κούρδοι, από την πλευρά τους, ανταπέδωσαν τις επιθέσεις που δέχθηκαν, στοχεύοντας τουρκικά χωριά, με αποτέλεσμα να σημειώνονται απώλειες αμάχων, εκατέρωθεν, σαφώς μεγαλύτερες από την Κουρδική πλευρά (Το Βήμα, 2019). Μια ακόμη ανθρωπιστική κρίση βρίσκεται προ των πυλών…

Η τουρκική πολιτική κατά των Κούρδων

Σε αυτό το σημείο, η ανάλυση εστιάζεται στη Τουρκική πολιτική στην απτή διένεξη εναντίον των ένοπλων δυνάμεων που θεωρούνται από την Άγκυρα, ως τρομοκρατικές. Σύμφωνα με την Τουρκική κυβέρνηση και τον αντιτρομοκρατικό νόμο:

Any criminal action conducted by one or more persons belonging to an organization with the aim of changing the attributes of the Republic as specified in the Constitution, the political, legal, social, secular or economic system, damaging the indivisibleunity of the State with its territory and nation, jeopardizing the existence of the Turkish State and the Republic…” “…is defined as terrorism.

Αυτή η πολύ γενική οριοθέτηση επέτρεψε στην τουρκική κυβέρνηση να φυλακίσει μεγάλο αριθμό εν δυνάμει τρομοκρατών, αλλά όχι μόνο αυτούς. Σε συνέχεια του πραξικοπήματος της 15 Ιουλίου 2016, μια σειρά από κινδύνους αναδύθηκαν: ο πρόεδρος Ερντογάν χρησιμοποίησε αυτή τη κατάσταση εναντίον των πολιτικών του αντιπάλων, όπως και πολλών υποστηρικτών του Κουρδικού σκοπού, αφού με την αποτυχία του πραξικοπήματος περισσότερα από 160.000 άτομα συνελήφθησαν.

Η αντιτρομοκρατική νομοθεσία δεν είναι η μόνη περιοριστική αρχή που χρησιμοποιήθηκε από την τουρκική κυβέρνηση εναντίον της τρομοκρατίας. Το βασικό εργαλείο είναι η άμεση χρήση βίας. Οι διαμάχες που ξέσπασαν το 2015 οδήγησαν σε περισσότερους από 4.000 θανάτους εκ των οποίων 2335 ήταν μέλη του PKK και 461 ήταν απλοί πολίτες.

Παρά τις τρομοκρατικές επιθέσεις που έγιναν σε μεγάλες πόλεις, η πιο επηρεασμένη περιοχή υπήρξε η Νοτιο-Ανατολική Τουρκία και η περιοχή των συνόρων- η κουρδική περιοχή. Σε αυτά τα χρόνια, το PKKσυνήθως δεν ήταν αυτό που επιτίθετο αλλά αυτό που αμύνετο. Η πλειοψηφία των διενέξεων συνέβησαν σε αγροτικές περιοχές και χωριά υπό την επίβλεψη του PKK, όπου ο τουρκικός στρατός συστηματοποίησε τον έλεγχο της κυκλοφορίας προκείμενου να επαναφέρει τη δημόσια τάξη (Το Βήμα, 2019).

Σε πολιτισμικό επίπεδο, η Τουρκική κυβέρνηση σήμερα έχει επαναφέρει τις σκληρές διατάξεις για την απαγόρευση των κουρδικών… Ας θυμηθούμε, ότι κατά τη δεκαετία του 1990 η Τουρκία υπήρξε αμείλικτη σχετικά με τη διάδοση της Κουρδικής γλώσσας, τη συνομιλία, τη συγγραφή σε αυτήν, ακόμα και κουρδικές πόλεις βαπτίστηκαν με τουρκικά ονόματα. Ωστόσο, τα χρόνια πριν την αναζωπύρωση της διένεξης, η Άγκυρα, μετά από πιέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρεχώρησε τα πρώτα δικαιώματα για την αναγνώριση της Κουρδικής κουλτούρας και ταυτότητας. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίστηκε ως το «Κουρδικό άνοιγμα». Το 2013 μάλιστα, ψηφίστηκε νόμος σύμφωνα με τον οποίο μπορούσε κάποιος να υπερασπιστεί τον εαυτό του στο δικαστήριο στα κουρδικά και όχι εξ ολοκλήρου στα τούρκικα. Στη πολιτική αρένα, η λέξη «Κούρδος» αποτελούσε ταμπού ενώ συντηρητικοί και εθνικιστές πολιτικοί έχουν εστιάσει αρνητικά στη κουρδική μειονότητα.

Μολονότι η ύπαρξη αυτών των μέτρων, εξυγίανε για λίγο τις σχέσεις των δύο εθνοτικών ομάδων, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια αντιστροφή αυτής της πολιτισμικής και πολιτικής δικαιοδοσίας. Εννέα Κούρδοι πολιτικοί συλλαμβάνονται και φυλακίζονται μεταξύ τους ο Σελαχατίν Ντερμιτάζ, πρόεδρο του Δημοκρατικού Κόμματος των Κούρδων (HDP) και της Λεϊλά Ζάνα, της πρώτης γυναίκας εκλεγμένης από το Κουρδιστάν (Farooq O., 2016). Η καθομιλούμενη κουρδική γλώσσα απαγορεύεται, κυρίως στα σχολεία, και εφημερίδες, τηλεοπτικά κανάλια όπως και βιβλία είναι πλέον μη νόμιμα. Η πρόφαση της τρομοκρατίας έγινε η «τέλεια δικαιολογία» για την κυβέρνηση Ερντογάν για περαιτέρω καταπίεση και περιορισμό του κουρδικού πληθυσμού.

Αντί επιλόγου

Πόσο ακόμα θα αρνείται η Άγκυρα τη διαφορετική πολιτισμική ταυτότητα των Κούρδων; Πόσο ακόμα ο Κουρδικός λαός θα αποτελεί το «μήλον της έριδος» μεταξύ των γειτονικών κρατών και θα εξυπηρετεί συμφέροντα διπλωματικά, σε ένα ατέρμονο αγώνα για εθνική ανεξαρτησία με τα δικαιώματα του συνεχώς να παραγκωνίζονται και να στριμώχνονται σε φιλόδοξες επικυριαρχίες και ιμπεριελιστικά ντελίρια;

*H SAFIA (Student Association For International Affairs) δεν υιοθετεί ως Οργανισμός πολιτικές θέσεις. Οι απόψεις που δημοσιεύονται στο The SAFIA Blog αποδίδονται αποκλειστικά στους συγγραφείς  και δεν αντιπροσωπεύουν απαραίτητα τις απόψεις του Σωματείου, του Διοικητικού Συμβουλίου ή των κατά περίπτωση και καθ’ οιονδήποτε τρόπο συνεργαζόμενων φορέων.

VIDEO