ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΥ ΚΑΛΛΙΟΠΗ
ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΥ ΚΑΛΛΙΟΠΗ

17 Ιουλίου 2019 16:08

Εθνική Κυριαρχία και Ευρωπαϊκή Ένωση: έννοιες παράλληλες ή αντιφατικές;

Text to Speech

*Η Καλλιόπη Βακαλοπούλου ειναι φοιτήτρια της Νομικής Σχολής Αθηνών, μέλος της SAFIA.

1.Εισαγωγή

Η έννοια της (εθνικής) κυριαρχίας επανέρχεται δυναμικά στον ευρωπαϊκό χώρο. Φαινόμενα όπως το Brexit, η ελληνική οικονομική κρίση και οι διαδικασίες αυτοδιάθεσης σε ενδοκρατικό επίπεδο (Σκωτία, Καταλονία) κλυδωνίζουν την πορεία προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.[1] Ένας βασικός, ακόμη, προβληματισμός που συνοδεύει αυτήν την έννοια είναι η διαδικασία ένταξης στην Ένωση όσον αφορά τις συνταγματικές τροποποιήσεις, πολύ περισσότερο έπειτα από τη Συνθήκη της Λισαβόνας. Στην παρούσα εργασία, αφού αναλυθεί η έννοια της κυριαρχίας στην πολιτική φιλοσοφία, θα γίνει μια παρουσίαση των επικρατέστερων θέσεων των κρατών μελών και των ανώτατων δικαστηρίων τους επί του θέματος με γνώμονα τις ιδρυτικές Συνθήκες για την ΕΕ. Μπορεί να γίνει λόγος για εθνική κυριαρχία στην υπερεθνική οργάνωση της ΕΕ;

2. Η εθνική κυριαρχία στο χρόνο

Η κυριαρχία ανήκει στις σημαντικότερες αρχές του διεθνούς δικαίου μαζί με τις αρχές της μη εισβολής, της αυτοδιάθεσης των λαών, της απαγόρευσης χρήσης παράνομης βίας, της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών, της συνεργασίας, της καλής πίστης και του σεβασμού των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Μάλιστα, ο Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών στο άρθρο 2 ορίζει τη δράση του Οργανισμού σύμφωνα με την αρχή της κυρίαρχης ισότητας των Μελών του.

Πολλοί στοχαστές πολιτικής φιλοσοφίας, όπως ο Μποντέν, ο Μπλάκστοουν, ο Χομπς και ο Ρουσσώ, εκλαμβάνουν την κυριαρχία (sovereignty) ως μια απόλυτη, ανεξάρτητη και αδιαίρετη εξουσία. Εντούτοις, η είσοδος του διεθνούς δικαίου αλλάζει τις ισορροπίες. Πράγματι, ακολουθώντας την άποψη των προγενέστερων φιλοσόφων, η απόλυτη κρατική κυριαρχία συγκρούεται με το υπερέχον διεθνές δίκαιο και εν τέλει αποκτά τη σημασία μιας καταδυναστευτικής κυριαρχίας ενός κράτους επί των λοιπών. Για το λόγο αυτό, ο Κέλσεν θεώρησε την κυριαρχία ως τη μη υποταγή του κράτος σε κανένα άλλο, ή μη μόνο στο διεθνές δίκαιο. Συγχρόνως, η κυριαρχία φαίνεται να απεμπολεί την αυστηρή απολυτότητα, όπως παραδοσιακά της αποδίδεται, καθώς τελικά υφίσταται παράλληλα με τη διεθνή έννομη τάξη προς σεβασμό της κυριαρχίας και των άλλων κρατών. Παρόλο που ο Ρουσσώ θεώρησε ότι η αρχή της κυριαρχίας ενός κράτους είναι μία και η αυτή και ως εκ τούτου δεν διαιρείται, το αντίθετο αποδεικνύουν το ομοσπονδιακό σύστημα και οι ομοσπονδίες, τα οποία διανέμουν τις κυριαρχικές εξουσίες[2] μεταξύ των διαφόρων κλάδων της κυβέρνησης.

Στις μέρες μας γίνεται λόγος για μετα-κυριαρχία (post-sovereignty), καταδεικνύοντας την δυναμική τέτοιων εννοιών να εξελίσσονται και να επιβιώνουν. Η αλλαγή αυτή οφείλεται κυρίως στην ανάπτυξη του διεθνούς δικαίου αλλά και των διεθνών σχέσεων, ιδιαίτερα στην ΕΕ. Η διεθνής διάσταση δεν περιορίζει την κυριαρχία. Αντ’ αυτού εξασφαλίζει το ίσο δικαίωμα των κρατών να έχουν κυριαρχία. Ειδικότερα, η ΕΕ παραμένει ένας διεθνής οργανισμός που λειτουργεί σύμφωνα με την αρχή “pacta sunt servanda” (διεθνής ευθύνη) και την αρχή των δοτών αρμοδιοτήτων, σύμφωνα με την οποία  τα κράτη μέλη είναι οι κύριοι διαμορφωτές των Συνθηκών και καθορίζουν τη μεταβίβαση αρμοδιοτήτων προς την ΕΕ. Μια ακόμη διάσταση της κυριαρχίας είναι και η συνταγματική-νομική. Αυτή συγκεντρώνει τη σημασία της στην εξουσία τροποποίησης και θέσπισης ενισχυμένης τυπικής ισχύος των Συνταγμάτων και συμβάλλει στη διαμόρφωση ενός κράτους δικαίου (Rechtsstaat). Σημαντικό, τέλος, είναι να διακριθεί η εθνική κυριαρχία από την λαϊκή, με την πρώτη να αποδίδει μεγαλύτερο βάρος στη συνταγματική κυριαρχία και τη δεύτερη να προσδίδει ευρείες εξουσίες στο λαό.

Υπό το φως των παραπάνω, ο James Crawford κατανοεί την κυριαρχία ως τη νομική αρμοδιότητα που εκ πρώτης όψεως κατέχουν τα κράτη στο διεθνές προσκήνιο. Με άλλα λόγια, η κυριαρχία δεν είναι η πηγή του κράτους αλλά το νομικό αποτέλεσμα αυτού.[3] 

3.Εθνική κυριαρχία και ευρωπαϊκή ολοκλήρωση

Η παρουσία της εθνικής και συνταγματικής κυριαρχίας στις πολιτικές και δικαστικές συζητήσεις στον ευρωπαϊκό χώρο εντάθηκε με την υιοθέτηση των Συνθηκών του Μάαστριχτ (1992), του Άμστερνταμ (1997) και της Νίκαιας (2000). Βασικό περιεχόμενο των Συνθηκών αυτών αποτέλεσαν η εμβάθυνση και επέκταση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, καθώς και η προπαρασκευή για την υιοθέτηση (το 2004) μιας Συνταγματικής Συνθήκης, δηλαδή ενός «Ευρωπαϊκού Συντάγματος». Στο πλαίσιο αυτό, η ιδέα ότι η υπερεθνική ΕΕ περιορίζει τα κράτη μέλη της σε ένα είδος ομοσπονδιακού ή άλλου κρατικού τύπου  συνταγματικού διακανονισμού (state-like settlement), έχει αποκτήσει αξιόλογο αριθμό υποστηρικτών. Στα εθνικά Κοινοβούλια, την ίδια στιγμή, επικρατούν προβληματισμοί σχετικά με την κοινοβουλευτική κυριαρχία (parliamentary sovereignty).[4] 

Κατ’ αρχάς, στα κείμενα του πρωτογενούς δικαίου της ΕΕ οι όροι κυριαρχία ή κυρίαρχος (sovereign/sovereignty) δεν συναντώνται. Ωστόσο, στο άρθρο 1 της Συνθήκης για τη ΕΕ αναφέρεται η ανάθεση, εκ μέρους των κρατών-μελών, αρμοδιοτήτων στον οργανισμό προς την επίτευξη κοινών στόχων. Προκειμένου, όμως, για τρίτα κράτη οι παραπάνω όροι χρησιμοποιούνται σε κείμενα νομικά μη δεσμευτικά (soft law) των θεσμικών οργάνων της Ένωσης εις ένδειξη σεβασμού της κυριαρχίας τους [π.χ. Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου  της 15ης Ιανουαρίου 2015 για την κατάσταση στην Ουκρανία, 2014/2965(RSP)] ή της κυριαρχίας κάποιου κράτους-μέλους έναντι τρίτου [π.χ. Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 13ης Νοεμβρίου 2014 για τις τουρκικές δράσεις που δημιουργούν ένταση στην ΑΟΖ της Κύπρου, 2014/2921(RSP)]. Επιπρόσθετα, πολλές φορές γίνεται αναφορά στο σεβασμό των κυριαρχικών δικαιωμάτων των κρατών-μελών είτε ως το όριο της ερμηνείας του ενωσιακού δικαίου (δηλ. με άθικτο πυρήνα τα κυριαρχικά δικαιώματα), είτε ως επισήμανση της συμβατότητας της εθνικής κυριαρχίας και της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.[5]

Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι εξ ορισμού το όραμα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης περιορίζει την κρατική κυριαρχία. Πρόκειται για μια δομική τάση σε μία “διαρκώς στενότερη ένωση των λαών της Ευρώπης”, όπως αναφέρεται στη Συνθήκη για την ΕΕ. Με τον τρόπο αυτό, το εθνικό νομικό σύστημα αλλάζει, καθώς το δίκαιο της ΕΕ τοποθετείται πάνω από το εθνικό, ενώ μεταβάλλονται και οι ισορροπίες ανάμεσα στις κυβερνήσεις, τα κοινοβούλια και την τοπική αυτοδιοίκηση.[6]

3.1.Συνθήκη του Μάαστριχτ[7]

Η Συνθήκη του Μάαστριχτ, το 1992, επέφερε ριζική αλλαγή στην κοινοτική –τότε- έννομη τάξη, καθώς ίδρυσε την Ευρωπαϊκή Ένωση ως συνολικό οργανισμό, υπό τη σκέπη του οποίου οργανώθηκαν τρεις «πυλώνες» με διαφορετικά αντικείμενα και κανόνες λειτουργίας: η Ευρωπαϊκή Κοινότητα, η Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας και η Συνεργασία στη Δικαιοσύνη και τις Εσωτερικές Υποθέσεις. Η Συνθήκη αυτή οδήγησε τα κράτη-μέλη στην υιοθέτηση ειδικών συνταγματικών εξουσιοδοτήσεων σχετικά με τη μεταβίβαση (μέρους) της κυριότητάς τους στην ΕΕ. Εξασφαλίστηκαν οι αρχικές ρήτρες στα εθνικά Συντάγματα, ενώ συγκεκριμενοποιήθηκαν και οι ουσιώδεις κατευθυντήριες αρχές της κοινοτικής δράσης. Μορφές αυτών των ρητρών αποτελούν η μεταβίβαση δικαιωμάτων είτε κυριότητας, είτε εκτελεστικής, νομοθετικής ή δικαστικής αρχής, είτε ορισμένων εξουσιών σε διεθνείς οργανισμούς. Αναφορικά με την Ελλάδα, στο άρθρο 28(3) του Συντάγματος καθίσταται δυνατός ο περιορισμός της άσκησης της εθνικής κυριαρχίας “εφόσον υπαγορεύεται από σπουδαίο εθνικό συμφέρον”, ενώ η ερμηνευτική δήλωση του άρθρου παρουσιάζει το στόχο συμμετοχής στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ευθυγράμμιση των Συνταγμάτων της Γαλλίας και της Γερμανίας με την ΣΕΕ. Από τη μία η Γαλλία στο γαλλ.Σ ά.88 θεσπίζει, όχι την παραχώρηση, αλλά την κοινή άσκηση ορισμένων εξουσιών, οι οποίες να μην επηρεάζουν τις βασικές προϋποθέσεις για την άσκηση κυριαρχίας. Από την άλλη η Γερμανία κάνει λόγο για δύο συντονισμένα αλλά διακριτά νομικά συστήματα, με το εθνικό να αναγνωρίζει την αποτελεσματικότητα και την υπεροχή του ευρωπαϊκού. Στην υπόθεση Maastricht, μάλιστα, το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο τονίζει τη συνταγματική κυριαρχία και τα δικαιώματα των πολιτών έναντι του ευρωπαϊκού δικαίου, λόγω της λαϊκής κυριαρχίας.[8]

3.2.Συνθήκη της Λισαβόνας

Η Συνθήκη της Λισαβόνας (2007) ήταν αυτή, όμως, με το μεγαλύτερο αντίκτυπο στην ευρωπαϊκή κοινότητα. Και τούτο για δύο λόγους· πρώτον, γιατί ήταν εμφανίστηκε ως η εναλλακτική οδός μετά την ανεπιτυχή προσπάθεια υιοθέτησης  Ευρωπαϊκού Συντάγματος[9] και δεύτερον, διότι συνόδευσε την είσοδο νέων μελών στην Ένωση.

Σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε η γερμανική συνταγματική θεωρία στις εθνικές νομολογίες είτε ως πηγή έμπνευσης είτε ως σημείο αντιδιαστολής. Αρχικά, στην απόφαση Lisbon (BVerfGE 123, 267) το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο επέμεινε στην έννοια της συνταγματικής κυριαρχίας, θεωρώντας τα κράτη-μέλη ως πρωταρχικούς πολιτικούς χώρους με την ΕΕ να έπεται. Χαρακτηριστική θεωρήθηκε, επίσης, η άποψη ότι οι διαρθρωτικές αρχές του Θεμελιώδους Νόμου της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στο άρθρο 79(3)[10] δεν υπόκεινται σε αναθεώρηση.[11] Το δικαστήριο, παράλληλα, τονίζει πως σε περίπτωση που η ΕΕ ήταν ομοσπονδιακού τύπου οργάνωση, θα χρειαζόταν ολιστικότερη τροποποίηση του γερμανικού Συντάγματος. Μολαταύτα, υπό την προϋπόθεση της κοινής συναίνεσης, οι κυριαρχικές αρμοδιότητες μεταβιβάζονται στην ΕΕ αρκεί η απόφαση επ’ αυτών να εναπόκειται στο κράτος.[12]

Με την πτώση της ΕΣΣΔ το 1989, οι έννοιες της κυριαρχίας και της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης μεταβλήθηκαν ουσιωδώς. Η ανάγκη, όχι μόνο για πολιτικό και συνταγματικό μετασχηματισμό, αλλά και για νομιμοποίηση των κυρίαρχων συνταγματικών δημοκρατικών κρατών είχε ως επακόλουθο τη θέσπιση ή τροποποίηση Συνταγμάτων, με απώτερο στόχο την ένταξη στην ΕΕ. Στα κράτη αυτά, επεκράτησε η θεωρία της διηρημένης κυριαρχίας (από το δόγμα Kompetenz der Kompetenz), ενώ δόθηκε έμφαση στον ορισμό της θέσης των εθνικών έννομων τάξεων υπό το πρίσμα της υπεροχής του ενωσιακού δικαίου.[13]

Τα Συντάγματα που υιοθετήθηκαν ήρθαν αντιμέτωπα με τις εξής προκλήσεις σε ζητήματα κυριαρχίας· πρώτον, με τους κανόνες για τη σχέση εθνικού και ενωσιακού δικαίου, δεύτερον, με το κατά πόσο επιτρέπεται συνταγματικά η ένταξη σε υπερεθνικούς οργανισμούς και τρίτον, με τους κανόνες μεταβίβασης αρμοδιοτήτων. Στο πλαίσιο αυτό ακολουθήθηκαν δύο μέθοδοι τροποποίησης του Συντάγματος· η σαφής (συνήθης μέθοδος για κυριαρχία) και η σιωπηρή, δηλαδή ερμηνευτική. Έπειτα από τις κατάλληλες διαμορφώσεις παρατηρούνται τόσο κράτη που θεσμοθέτησαν εντατικά τις ευρωπαϊκές ρυθμίσεις (Σλοβακία, Τσεχία, Σλοβενία), όσο και κράτη που προτίμησαν την ερμηνευτική οδό, κυρίως για λόγους συνταγματικής ακαμψίας ή πολιτικής (Εσθονία, Λετονία, Λιθουανία).[14]  

Αξιόλογο νομολογιακό παράδειγμα αποτελεί το Συνταγματικό Δικαστήριο της Τσεχικής Δημοκρατίας. Κατ’ αρχάς, με την απόφαση Sugar Quotas III (2006/03/08 - Pl. US 50/04), το Δικαστήριο τόνισε πως οι δοθείσες αρμοδιότητες διατηρούνται εφόσον ασκούνται συμβατά με την κρατική κυριαρχία της Τσεχίας και δεν απειλούν το ουσιαστικό δίκαιο. Εντούτοις, αρνούμενο την επανεξέταση των ευρωπαϊκών κανονισμών για τις ποσοστώσεις ζάχαρης [(EC) No 952/2006, (EC) No 967/2006], έκανε λόγο για την αρχή της “συνταγματικής αυτοσυγκράτησης” με εφαρμογή στα οικονομικά μέτρα που απορρέουν από τις πολιτικές της ΕΕ και τη νομολογία του ΔΕΕ.

Σε δεύτερο χρόνο, δύο ακόμη αποφάσεις του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Τσεχίας με αφορμή τη Συνθήκη της Λισαβόνας (Treaty of Lisbon I και ΙΙ) αποδείχθηκαν σταθμοί για την εξέλιξη έννοιας της κυριαρχίας στην ΕΕ. Από τη μία, η Lisbon I (2008/11/26 - Pl. US 19/08) επεσήμανε πως ο χαρακτήρας της Ένωσης δεν μεταβάλλεται με τη νέα Συνθήκη. Τουναντίον, απέρριψε την έννοια της απόλυτης κυριαρχίας, μιλώντας για μία πρακτική, σωρευτική, κοινή και διηρημένη κυριαρχία στην παγκόσμια κοινωνία. Στο sui generis μόρφωμα της ΕΕ η έκφραση της κυριαρχίας έγκειται ακριβώς εκεί, στην ανάθεση, δηλαδή, μόνιμα ή προσωρινά αρμοδιοτήτων σε αυτήν. Δυνατότητα που μάλλον ενισχύει παρά περιορίζει την εξωτερική κυριαρχία του κράτους. Όσον αφορά το ρηξικέλευθο άρθρο 50 περί αποχώρησης από την ΕΕ, αυτό αποδεικνύει την κρίσιμη θέση των κρατών-μελών στη διαμόρφωση των Συνθηκών. Από την άλλη, η Lisbon II (2009/11/03 - Pl. US 29/09) επέστησε την προσοχή στο γεγονός ότι η κυριαρχία δεν μπορεί να αποτελέσει δικαιολογία για καταπάτηση των διεθνών υποχρεώσεων ενός κράτους. Αντιθέτως, η ΕΕ από κοινού με το κράτος προστατεύουν αμοιβαία τις θεμελιώδεις συνταγματικές αξίες οικοδομώντας ένα δημοκρατικό κράτος δικαίου. Η πρωτοποριακή αυτή οργάνωση σέβεται την κυριαρχία και την ελευθερία ενός κράτους να δρα έξω από το κοινό νομικό πλαίσιο του διεθνούς δικαίου. Παρ’ όλα αυτά, στο τσεχ.Σ. ά. 10α παρέχεται η δυνατότητα ελέγχου των ορίων μεταβίβασης των εκάστοτε αρμοδιοτήτων, σε εξαιρετικές, όμως, περιπτώσεις.

Στο σημείο αυτό, πρόδηλη καθίσταται η διαφοροποίηση της τσεχικής και της γερμανικής θεώρησης της σχέσης κράτους-μέλους και Ένωσης, με την πρώτη να κάνει λόγο για μια πλουραλιστική πολυεπίπεδη διακυβέρνηση, δομημένη στην κοινή κυριαρχία και αρμοδιότητα, και τη δεύτερη να ασπάζεται τα διδάγματα του δυϊσμού, αποδίδοντας τη δυνατότητα ελέγχου της άσκησης των αρμοδιοτήτων στο κράτος-μέλος.[15] 

Μείζονος σημασίας υπήρξε η νομολογία του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Πολωνίας για τη διαδικασία ένταξης στην ΕΕ και τη Συνθήκη της Λισαβόνας. Οι ανώτατοι δικαστές, επωφελούμενοι και από τη νομολογία άλλων κρατών-μελών, επέστησαν την προσοχή στο ρόλο των εθνικών συνταγματικών και ανώτατων δικαστηρίων και στη διαφύλαξη των ευρωπαϊκών συνταγματικών παραδόσεων[16]. Θεμελιώδη σημεία μπορεί να θεωρηθούν τα εθνικά συντάγματα που αντανακλούν και εγγυώνται την κυριαρχία και η προστασία της συνταγματικής ταυτότητας των κρατών-μελών, η οποία πηγάζει από το σεβασμό της εθνικής ταυτότητας [ΣΕΕ 4(2)].[17]

3.3. Μεγάλη Βρετανία[18]

Η επικείμενη έξοδος του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ αποτελεί ευκαιρία για μελέτη του κλασικού δόγματος της βρετανικής συνταγματικής θεωρίας, που συνοψίζεται στη φράση ότι η κυριαρχία βρίσκεται στο Κοινοβούλιο στο Γουέστμινιστερ (ή, πιο συγκεκριμένα, στο Στέμμα στο Κοινοβούλιο). Με άλλα λόγια, πρόκειται για την προαναφερθείσα κοινοβουλευτική κυριαρχία. Στην απόφαση R (Miller) v Secretary of State for Exiting the European Union ([2017] UKSC 5), το Ανώτατο Δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου ανέφερε προκειμένου για την υπεροχή του ενωσιακού δικαίου, ότι αυτή ορίζεται και τελειούται από το Βρετανικό Κοινοβούλιο, ενώ η εφαρμογή του ισχύει μόνο όταν μετατρέπεται σε εσωτερικό δίκαιο.

4. Επίλογος

Ο Jellinek σημειώνει πως η ικανότητα του κράτους να περιορίζεται από το κράτος δικαίου και από τις διεθνείς υποχρεώσεις του είναι ένδειξη κυριαρχίας και όχι ανεπάρκειας. Συνοψίζοντας, λοιπόν, παρατηρείται μία βαθιά μεταστροφή από την πολιτική και συνταγματική ουσιοκρατία στη ρεαλιστική έννοια της κυριαρχίας. Μέσα σε αυτή, ενισχύεται η ενεργός δράση του κράτους σε παγκόσμιο νομικό και πολιτικό πλαίσιο αποκτώντας, μάλιστα, ευελιξία και προσαρμοστικότητα στα διεθνή δίκτυα. Η δράση της ΕΕ, στην πραγματικότητα αυτή, δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί εξελικτική με σκοπό την ισχυρή παρουσία της στα διεθνή τεκταινόμενα και μέσα στα όρια της δημοκρατικής νομιμότητας. Συνεπώς, στην προσπάθεια αυτή, τα κράτη-μέλη οφείλουν να προσεγγίζουν τις σύγχρονες αναπτυξιακές τάσεις.[19]

Παρ’ όλα αυτά, επιστρέφοντας στο αρχικό ερώτημα της έρευνας, το κατά πόσο οι έννοιες εθνική κυριαρχία και Ευρωπαϊκή Ένωση είναι παράλληλες ή αντιφατικές, εξαρτάται από τη φύση και τον χαρακτήρα που επιθυμούν οι κάτοικοι και τα κράτη της Ευρώπης να αποδώσουν στην Ένωση. Ανάμεσα στην πληθώρα απόψεων που διατυπώνεται, ενδιαφέρον παρουσιάζει η συνομοσπονδιακή θεωρία, η οποία θέλει τα μικρά κράτη-μέλη να ενισχύουν την εξωτερική κυριαρχία τους και να εκφράζεται μια ευρωπαϊκή, ανεξάρτητη βούληση. Έμφαση δίνεται από άλλες θεωρίες στην πολυεθνικότητα και τον πλουραλισμό των λαών της Ένωσης, βασιζόμενες στο προοίμιο της ΣΕΕ για μια ΕΕ ολοένα εγγύτερη στους ανθρώπους της. Σε επόμενο στάδιο, εντύπωση προκαλεί η πολιτική δημιουργίας ευρωπαϊκού δήμου με πρώτα βήματα την επικουρική ευρωπαϊκή υπηκοότητα (ΣΕΕ 9) και τον αυξημένο ρόλο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.[20]

Συμπεραίνοντας, η εθνική κυριαρχία βρίσκει δυναμικό πάτημα στην σύγχρονη ευρωπαϊκή πορεία με νέο περιεχόμενο και βεληνεκές. Απομένει πλέον στα χέρια των κρατών να διασφαλίσουν την ενεργό συμμετοχή τους στις αποφάσεις επί των αρμοδιοτήτων που έχουν παραχωρηθεί στην ΕΕ μέσα από την παρουσία τους στα θεσμικά ενωσιακά όργανα και στις ενωσιακές διαδικασίες, και στη δημιουργία μιας ισχυρής εικόνας στη διεθνή σκηνή.

5.Λέξεις-Κλειδιά: εθνική κυριαρχία, Ευρωπαϊκή Ένωση, Σύνταγμα, Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, ευρωσκεπτικισμός, παγκοσμιοποίηση 

6.Βιβλιογραφία

  • Ferrater Mora Chair of Contemporary Thought (University of Girona), Documenta Universitaria® (2018). Sovereignty in Europe; An idea in transformation. [online] Girona: University of Girona, pp.1-44. 
  • Karlsson, C. and Galic, K. (2016). Constitutional change in light of European Union membership: trends and trajectories in the new member states. East European Politics, 32(4), pp.446-465.
  • Llorente, F. CONSTITUTIONALISM IN THE "INTEGRATED" STATES OF EUROPE. (6) Constitutional law and European integration. [online] The Jean Monnet Center for International and Regional Economic Law & Justice. 
  • Priban, J. (2015). The semantics of constitutional sovereignty in post-sovereign "new" Europe: A case study of the Czech Constitutional Court's jurisprudence. International Journal of Constitutional Law, 13(1), pp.180-199.
  • Wendel, M. (2013). Comparative reasoning and the making of a common constitutional law: EU-related decisions of national constitutional courts in a transnational perspective. International Journal of Constitutional Law, 11(4), pp.981-1002.

  • [1] Ferrater Mora Chair of Contemporary Thought (University of Girona), Documenta Universitaria® (2018). Sovereignty in Europe; An idea in transformation. [online] Girona: University of Girona, pp.1-44. 
  • [2] Με τον όρο κυριαρχικές εξουσίες εννοούμε τις εξουσίες ενός κράτους που πηγάζουν από την κυριαρχία του και εξασφαλίζουν τη δημιουργία και την επιβολή του νόμου.
  • [3] Ferrater Mora Chair of Contemporary Thought (University of Girona), Documenta Universitaria® (2018). Sovereignty in Europe; An idea in transformation. [online] Girona: University of Girona, pp.1-44. 
  • [4] Priban, J. (2015). The semantics of constitutional sovereignty in post-sovereign "new" Europe: A case study of the Czech Constitutional Court's jurisprudence. International Journal of Constitutional Law, 13 (1), pp.180-199.
  • [5] Ferrater Mora Chair of Contemporary Thought (University of Girona), Documenta Universitaria® (2018). Sovereignty in Europe; An idea in transformation. [online] Girona: University of Girona, pp.1-44. 
  • [6]  Llorente, F. CONSTITUTIONALISM IN THE "INTEGRATED" STATES OF EUROPE. (6) Constitutional law and European integration. [online] The Jean Monnet Center for International and Regional Economic Law & Justice.
  • [7] Llorente, F. CONSTITUTIONALISM IN THE "INTEGRATED" STATES OF EUROPE. (6) Constitutional law and European integration. [online] The Jean Monnet Center for International and Regional Economic Law & Justice. 
  • [8] Priban, J. (2015). The semantics of constitutional sovereignty in post-sovereign "new" Europe: A case study of the Czech Constitutional Court's jurisprudence. International Journal of Constitutional Law, 13(1), pp.180-199.
  • [9] Σε δημοψήφισμα η Γαλλία και η Ολλανδία καταψήφισαν τη Συνταγματική Συνθήκη.
  • [10] Αυτές είναι η δημοκρατία, το κράτος δικαίου, η αρχή του κοινωνικού κράτους, το ομοσπονδιακό σύστημα, το δημοκρατικό πολίτευμα και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
  • [11] Priban, J. (2015). The semantics of constitutional sovereignty in post-sovereign "new" Europe: A case study of the Czech Constitutional Court's jurisprudence. International Journal of Constitutional Law, 13(1), pp.180-199.
  • [12] Ferrater Mora Chair of Contemporary Thought (University of Girona), Documenta Universitaria® (2018). Sovereignty in Europe; An idea in transformation. [online] Girona: University of Girona, pp.1-44. 
  • [13] Priban, J. (2015). The semantics of constitutional sovereignty in post-sovereign "new" Europe: A case study of the Czech Constitutional Court's jurisprudence. International Journal of Constitutional Law, 13(1), pp.180-199.
  • [14] Karlsson, C. and Galic, K. (2016). Constitutional change in light of European Union membership: trends and trajectories in the new member states. East European Politics, 32(4), pp.446-465.
  • [15] Priban, J. (2015). The semantics of constitutional sovereignty in post-sovereign "new" Europe: A case study of the Czech Constitutional Court's jurisprudence. International Journal of Constitutional Law, 13(1), pp.180-199.
  • [16] Κύρια θέματα του ευρωπαϊκού συνταγματισμού είναι η δημοκρατική νομιμοποίηση της ΕΕ, η αποτελεσματική προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, η διατήρηση της εθνικής συνταγματικής ταυτότητας, ο σύγχρονος ρόλος της κυριαρχίας και η σχέση εθνικού και υπερεθνικού δικαίου.
  • [17] Wendel, M. (2013). Comparative reasoning and the making of a common constitutional law: EU-related decisions of national constitutional courts in a transnational perspective. International Journal of Constitutional Law, 11(4), pp.981-1002.
  • [18] Ferrater Mora Chair of Contemporary Thought (University of Girona), Documenta Universitaria® (2018). Sovereignty in Europe; An idea in transformation. [online] Girona: University of Girona, pp.1-44. 
  • [19] Priban, J. (2015). The semantics of constitutional sovereignty in post-sovereign "new" Europe: A case study of the Czech Constitutional Court's jurisprudence. International Journal of Constitutional Law, 13(1), pp.180-199.
  • [20] Ferrater Mora Chair of Contemporary Thought (University of Girona), Documenta Universitaria® (2018). Sovereignty in Europe; An idea in transformation. [online] Girona: University of Girona, pp.1-44.
*H SAFIA (Student Association For International Affairs) δεν υιοθετεί ως Οργανισμός πολιτικές θέσεις. Οι απόψεις που δημοσιεύονται στο The SAFIA Blog αποδίδονται αποκλειστικά στους συγγραφείς  και δεν αντιπροσωπεύουν απαραίτητα τις απόψεις του Σωματείου, του Διοικητικού Συμβουλίου ή των κατά περίπτωση και καθ’ οιονδήποτε τρόπο συνεργαζόμενων φορέων.

VIDEO