ΤΖΟΚΑΣ ΣΠΥΡΟΣ
ΤΖΟΚΑΣ ΣΠΥΡΟΣ

30 Μαΐου 2019 13:32

Ευρώπη: τα δύο πρόσωπα του Ιανού

Text to Speech

*O Σπύρος Τζόκας είναι Δρ Οικονομικής Ιστορίας και Διεθνών Σχέσεων-Πανεπιστημιακός και Αντιπεριφερειάρχης Αττικής στον Δυτικό Τομέα.

Η  προσέγγιση  και  η  ερμηνεία  της  οικοδόμησης  της  Ευρώπης  είναι  μια  πολυσύνθετη  διεργασία,  καθώς  αυτή  τις  περισσότερες  στιγμές  του  ιστορικού χρόνου  δεν  αποτελεί  ένα  ενιαίο  σύνολο  αλλά  συντίθεται  από  ξεχωριστά  μέρη.  Το  ευρωπαϊκό  οικοδόμημα,  όπως  τουλάχιστον  το  αντιμετωπίζουμε  σήμερα  αλλά  και  με  την  πρώτη  ζωή  του,  φαίνεται  πολύπλευρο  και  ως  εκ  τούτου  δεν  επιτρέπεται  να  αντιμετωπίζεται  μανιχαϊστικά  ως  δαιμονικό  ή  αγγελικό,  ως  άσπρο  ή  μαύρο.  Η  σημερινή  Ευρώπη  έχει παρελθόν,  αλλά  και  παρόν  και  μέλλον,  καθώς  οι  διεργασίες  που  την  αλλάζουν  συνεχίζονται.  Οι  διεργασίες  του  παρελθόντος  κατέστησαν  αυτή  ταυτόχρονα  και  μήτρα  του  τεχνολογικού  πολιτισμού  και  των  πολιτικών  ελευθεριών,  αλλά  και  τη  γη  που  σωρεύθηκε  ο  λεηλατημένος  πλούτος  της  αποικιακής  εκμετάλλευσης  των  άλλων  ηπείρων.

Η  χρονική  και  γεωγραφική  έκταση  της  έννοιας  «Ευρώπη»  απασχόλησε  ιδιαίτερα  τους  ιστορικούς,  οι  οποίοι,  αρκετές  φορές,  εξέφρασαν  διαφορετικές  και  αντικρουόμενες  απόψεις.  Οι  περισσότεροι,  όμως,  συνέκλιναν  στην  άποψη  ότι  ο  Ευρωπαϊκός  χώρος  συγκροτήθηκε  με  το  συνδυασμό  τριών  βασικών,  θεμελιωδών  στοιχείων  και  από  τη  συνεχή,  χωρίς  διακοπή,  αλληλοεπίδραση  αυτών.  Το  πρώτο  στοιχείο  είναι  ο  αρχαίος  Ελληνικός  και  Ρωμαϊκός  κόσμος,  το  δεύτερο  ο  Χριστιανισμός,  ο οποίος μπορεί να θεωρηθεί ως συνέχεια της αρχαιότητας με την ευρεία έννοια της και συνεπώς ως στοιχείο συναφές.  Η  Ευρώπη,  όμως,  που  διαδέχθηκε  τον  αρχαίο  πολιτισμό,  περικλείει  την  κληρονομιά  του,  χωρίς  όμως  να  ταυτίζεται  αποκλειστικά  με  τον  κόσμο  αυτό.  Προστέθηκε,  ως  τρίτο  στοιχείο,  η  διεύρυνση  του  ιστορικού  χώρου  πέρα  από  το  μεσογειακό  χώρο  της  αρχαιότητας  και,  συνακόλουθα,  η  ένταξη  των  Ρωμαιογερμανικών  και  των  σλαβικών  λαών  στα  συστήματα  επικοινωνίας  και  κυριαρχίας  που  εξελίχθησαν  και  μέσα  στα  σύνορα  της  παλαιάς  Ρωμαϊκής  αυτοκρατορίας  και  πέρα  από  τα  σύνορά  της,  ενώ  την ίδια  εποχή  χάνονταν  οι  Ρωμαϊκές  κτήσεις  στη  βόρεια  Αφρική.

Χαρακτηριστικό, πάντως, είναι ότι ο ευρωπαϊκός κόσμος δεν υπήρξε γεωγραφικά συμπαγής. Δομείται από στοιχεία συγκλίνοντα, τα οποία αναφέρονται στις ελληνικές και ρωμαϊκές απαρχές, όσο και από στοιχεία αποκλίνοντα, που έχουν αφετηρία τους στις θρησκευτικές διαφοροποιήσεις και αντιπαραθέσεις, στη γλωσσική ποικιλία, στις εθνικιστικές συγκρούσεις και στο κρατικό κατακερματισμό. Αυτό σημαίνει ότι βρίσκονται υπό έλεγχο όλες εκείνες οι θεωρήσεις που με πολιτικά ή ιδεοληπτικά κριτήρια επιχειρούν να κατασκευάσουν τη μία ή την άλλη ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Με την προϋπόθεση αυτή και τη σχετικότητα που υπάρχει σε τέτοιες θεωρήσεις, μπορούμε να προσεγγίσουμε τον ευμετάβλητο γεωγραφικό χώρο της Ευρώπης. 

Χαρακτηριστικοί  σταθμοί  του  Ευρωπαϊκού  πνεύματος  ή  του  ευρωπαϊκού  πολιτισμού  είναι   οι  γεωγραφικές  ανακαλύψεις,  ως  στοιχείο  ταυτότητας  και  ετερότητας,  η  Αναγέννηση  και,  κυρίως,  ο  ευρωπαϊκός  Διαφωτισμός,  ο  οποίος  απετέλεσε,  αφενός,  την  ιδεολογία  της  ανερχόμενης  αστικής  τάξης  στην  Ευρώπη  και  συνέβαλε,  αφετέρου,  στη  διεύρυνση  του  ευρωπαϊκού  πνεύματος  και  της  επιστημονικής  γνώσης  σε  όλους  τους  τομείς.  Η  βιομηχανική  επανάσταση  και  τα  επακόλουθά  της,  επίσης,  συμπληρώνουν  τους  σταθμούς  της  ανάδειξης  και  της  κυριαρχίας  της  Ευρώπης.            

Εστιάζοντας  το  φακό  στο  παρελθόν  αναδεικνύουμε  τα  δύο  πρόσωπα  της  Ευρώπης :  το  θετικό  και  το  αρνητικό.  Χαρακτηριστικά  του  πρώτου  είναι :  η  εμφάνιση  των  ελεύθερων  πόλεων  μέσα  στη φεουδαρχία,  η  ανάπτυξη  του  εμπορίου,  η  επανεμφάνιση  των  δημοκρατικών  θεσμών,  η ανάπτυξη  της  επιστημονικής  θεωρίας  και  της  τεχνολογίας,  η  ανάπτυξη  της αστικής  τάξης  και  των  φιλελεύθερων  ιδεών,  του  φιλοσοφικού  στοχασμού,  της  αντίληψης  των  ατομικών  δικαιωμάτων  και  του  «φυσικού  δικαίου»,  η  βιομηχανική  επανάσταση,  η  είσοδος  του  κεφαλαίου  για  πρώτη  φορά  στην  παραγωγή,  η  δημιουργία  της  μισθωτής  εργασίας,  η  εμφάνιση  του  εργατικού  κινήματος  και  των  σοσιαλιστικών  ιδεών.

Η  άλλη  πλευρά,  όμως,  της  Ευρώπης  αποτελεί  κηλίδα  στον  πολιτισμό  της,  καθώς  βαρύνεται  από  την  Ιερή  Εξέταση,  τα  εγκλήματα  των  Ισπανών  κονκισταντόρες,  το  δουλεμπόριο  των  μαύρων,  την  αποικιακή  θηριωδία  των  Ισπανών,  Πορτογάλων,  Άγγλων,  Ολλανδών  και  Γάλλων,  την  αιματηρή  διαδικασία  της  πρωτογενούς  συγκέντρωσης  κεφαλαίου,  την  εξοντωτική  εκμετάλλευση  του  προλεταριάτου,  τα  ναζιστικά  στρατόπεδα  συγκέντρωσης  και  τα  κρεματόρια,  καθώς  και  την  εξόντωση  εκατομμυρίων  Εβραίων  και  άλλων  «μη  Αρείων». Και  τα  δύο  αυτά  πρόσωπα  ανήκουν  στην  Ιστορία  της  Ευρώπης  και  «μετέχουν»  του  πολιτισμού  της.  Οι  αφαιρέσεις  ή  οι  γενικεύσεις  που αρκετές  φορές  επιχειρούνται  με  προφανή  στόχο  να  ωραιοποιήσουν  ή  να  δαιμονοποιήσουν  την  Ευρώπη  και  να  προσαρμόσουν  αυτή  στα  μέτρα  της  πρόσκαιρης  πολιτικής  δε  συμβάλλουν  στην  προσέγγιση  της  ζωής  της  Ευρώπης.  Αντίθετα,  συσκοτίζουν  τα  πράγματα,  στοχεύοντας  στο  θυμικό  των  ανθρώπων,  με  αποτέλεσμα  την  πλάνη  και  τον  πομπώδη   λόγο.  Ο  ευρωπαϊκός  πολιτισμός,  αν  αφαιρετικά  νοείται  τέτοιος,  δεν  είναι  ούτε  ο  ανώτερος,  ούτε  ο  καθαγιασμένος,  αλλά  ένας  δυναμικός  πολιτισμός,  ο  οποίος  επεκτάθηκε  και ισχυροποιήθηκε,  σε  μια  ευνοϊκή  συγκυρία  που  συνάντησε  απέναντι  του  όχι  κατώτερους  πολιτισμούς,  αλλά  αδυνατισμένους  και  κουρασμένους.

Στην  ιστορική  αυτή  συγκυρία  χρησιμοποιήθηκαν  όλα  τα  μέσα,  θεμιτά  και  αθέμιτα.  Ο  αναδυόμενος  ευρωπαϊκός  καπιταλισμός  και  μετέπειτα  ιμπεριαλισμός  άλωσε  τους  άλλους  πολιτισμούς  και  κατέστρεψε  τους  προ-καπιταλιστικούς  τρόπους  παραγωγής  αυτών.  Ο  πόλεμος  ήταν  αμείλικτος  τόσο  στο  εσωτερικό,  όσο  και  στο  εξωτερικό  της  Ευρώπης.  Η  παρακολούθηση  των  γεγονότων  καταδεικνύει  ότι  δεν  υπάρχει  μια  ιδεατή  Ευρώπη,  υπεράνω  ταξικών  και  εθνικών  συγκρούσεων,  υπεράνω  συμφερόντων  και  ιδεολογιών,  αλλά,  αντίθετα,  υπάρχει  μια  Ευρώπη  μεστή  αντιθέσεων  και  συγκρούσεων,  αιματηρών  πολέμων,  εθνικών  περιχαρακώσεων  και  άγριων  συγκρούσεων  για  την  κατάκτηση  της  εξουσίας. 

Στην  ιστορική  αυτή  πορεία  η  Ευρώπη  αναδεικνύεται  ως  κέντρο  του κόσμου,  ως  οικονομική,  στρατιωτική  και  πολιτιστική  ηγεμονία.  Πότε,  όμως,  άρχισαν  αυτά;  Ποια  είναι  η  αφετηρία  της  ευρωπαϊκής  ισχύος  και  ηγεμονίας;  Συγκλίνουσες  απόψεις  θεωρούν  ως  αφετηρία  τον  15ο  αι.,  όταν  αρχίζει  η  ευρωπαϊκή  επέκταση,  τότε  που  οι  Πορτογάλοι  θαλασσοπόροι  ξεκινούν  πρώτοι  για  να  ανακαλύψουν  τον  πλανήτη  μας.  Τότε  ανατρέπεται  βαθμιαία  αλλά  σταθερά  σε  ολόκληρο  τον  κόσμο  η  ζυγαριά  ανάμεσα  στους  πολιτισμούς.  Τότε  η  ζυγαριά  γέρνει  προς  την  Ευρώπη,  η  οποία  πριν  δεν  ήταν  περισσότερο  αναπτυγμένη  από  τα  άλλα  μέρη  του  κόσμου.  Τότε  αρχίζουν  να  σημειώνονται  μεταβολές  στο  οικονομικό,  κοινωνικό  και  πνευματικό  επίπεδο.

Δεν  έγινε,  όμως,  παρθενογέννηση  τον  15ο  αι.  Οι  αλλαγές  κυοφορούσαν  ήδη  από  τον  12ο  αι.,  όταν  δειλά – δειλά  ξεπετάγονταν  νέα  πράγματα.  Οι  αλλαγές  προετοιμάσθηκαν  από  την  εμφάνιση  των  πόλεων  και  του  εμπορίου  και  διευκολύνθηκαν  από  τη  φύση  του  ευρωπαϊκού  φεουδαλισμού,  και  από  την  Αναγέννηση  και  τη  Μεταρρύθμιση.  Η  εμφάνιση,  επίσης,  και  η  άνοδος  της  αστικής  τάξης,  που  είχε  ήδη  ξεκινήσει  στις  εμπορευματικές  δημοκρατίες  της  Ιταλίας  (Βενετία,  Φλωρεντία,  Γένοβα)  θα  διαδραματίσει  σημαντικό  ρόλο  στις  αλλαγές.  Στις πόλεις  αυτές  της  Ιταλίας,  όπου  δρα  η  αστική  τάξη,  δημιουργούνται  και  οι  πρώτοι  θεσμοί  του  ευρωπαϊκού  καπιταλισμού :  οι  τράπεζες,  η  χρήση  των  γραμματίων,  το  οργανωμένο  νομισματικό  σύστημα,  η  εκτεταμένη  πίστη.  Η  ανακάλυψη  των  νέων  χωρών  που  θα  ακολουθήσει  και  το  συνακόλουθο  άνοιγμα  των  νέων  θαλασσίων  οδών  διεύρυναν  τις  αγορές  και  προκάλεσαν  οικονομική  έκρηξη.  Η  αστική  τάξη,  η  οποία  συσσώρευσε  τεράστιο  πλούτο  από  το  υπερπόντιο  εμπόριο,  ήταν  πλέον  πανίσχυρη  και  διεκδικούσε  την  πολιτική  εξουσία.

Η  ανατροπή  του  φεουδαρχικού  συστήματος  ήταν  θέμα  χρόνου,  καθώς  στο  εσωτερικό  αυτού  κυοφορούν,  γεννώνται  και  αναπτύσσονται  εκείνες  οι  δυνάμεις  που  θα  υπονομεύσουν  το  σύστημα,  θα  το  αμφισβητήσουν  και  τελικά  θα  το  ανατρέψουν.  Σχηματικά  θέτονται  δύο  όρια :  η  Μεταρρύθμιση  και  ο  Διαφωτισμός,  χρονικό  διάστημα  τριών  περίπου  αιώνων,  όπου  φαίνονται  να  αλλάζουν  τα  πάντα  και  να  οικοδομείται  η  νέα  Ευρώπη.  Μετά  την  Αναγέννηση  και  τη  Μεταρρύθμιση,  προχωρεί  σταθερά  η  θρησκευτική  αποδέσμευση,  η  απελευθέρωση  του  ανθρώπινου  πνεύματος  από  τη  μυστικό θρησκευτική  στάση,  από  τα  δεσμά  της  παράδοσης,  από  την  υποταγή  σε  αυθεντίες,  η  δημιουργία  κριτικής  και  αντιδογματικής  στάσης,  που  θα  ανοίξει  το  δρόμο  στον  ορθολογισμό  και  την  επιστημονική  στάση.  Οι  αλλαγές  αυτές  στον  πνευματικό  τομέα  θα  συμβάλλουν  στη  ραγδαία  επιστημονική  και  συνακόλουθα  τεχνολογική  πρόοδο.  Η  πρόοδος  αυτή  στον  τεχνολογικό  τομέα  θα  δώσει  αργότερα  την  ευκαιρία,  όταν  θα  αρχίσει  η  βιομηχανική  επανάσταση,  για  παραγωγική  επένδυση  του  οικονομικού  πλεονάσματος  και  των  τεράστιων  χρηματικών  ποσών,  που  συγκεντρώθηκαν  από  το  υπερπόντιο  εμπόριο.

Η  ιστορική  αυτή  πορεία  ανάμεσα  στον  15ο  και  18ο  αι.  «καταλήγει»  στο  προσδοκώμενο :  στην  αντικατάσταση  ενός  τρόπου  παραγωγής  από  έναν  άλλο  και  στην  εμφάνιση  της  σύγχρονης  βιομηχανικής  κοινωνίας  με  τις  αξίες  που  τη  συνοδεύουν.  Η  διαδικασία  αυτή  της  «μετάβασης»  δεν  έγινε,  όπως  προαναφέρθηκε,  ούτε  απότομα,  ούτε  μηχανιστικά,  αλλά  με  διαλεκτική,  ιστορική  αναγκαιότητα,  που  δεν  έχει  τίποτα  να  κάνει  με  τη  φυσική  νομοτέλεια,  αλλά  που  έχει  τη  δική  της  πολυσήμαντη  εσωτερική  συνοχή.  Οι  πολιτικοί  φιλόσοφοι  της  μετάβασης  ασχολούνται  με  τους  πολιτικούς  θεσμούς  που  συγκεκριμενοποιούν  τη  νέα  θέληση  για  ατομικές  και  πολιτικές  ελευθερίες,  για  μια  οργάνωση  της  «πολιτικής  κοινωνίας»  απέναντι  στο  κράτος  που  δεν  το  ελέγχουν  ακόμα  οι  αστοί.  Το  άτομο  ανάγεται  στο  κέντρο  της  κοινωνικής  και  πολιτικής  οργάνωσης  και  συγκροτούνται  τα  ατομικά  δικαιώματα.  Η ατομικιστική  άποψη  θα  ολοκληρωθεί  με  την  ιδέα  για  πλήρη  ανταγωνισμό  μέσα  από  έναν  καινούριο  μηχανισμό  κατανομής  των  παραγωγικών  μέσων,  παραγωγής  και  κατανάλωσης :  της  αγοράς.  Θεμελιωτής  της  κατεύθυνσης  αυτής  ήταν  ο  Άνταμ  Σμιθ.

Οι  αξίες  που  προτάθηκαν  από  τον  Ευρωπαϊκό  Διαφωτισμό  στον  πολιτικό,  κοινωνικό  και  οικονομικό  επίπεδο  απετέλεσαν  το  ιδεολογικό  οπλοστάσιο  της  ανερχόμενης  αστικής  τάξης. Ο ορθολογισμός και δη ο πολιτικός ήταν στο επίκεντρο αυτής της ιδεολογίας. Οι  αστικές  επαναστάσεις  που  επακολούθησαν  στην  Ευρώπη  ανέτρεψαν  σταδιακά  το  φεουδαρχικό  σύστημα.  Οι  σημαντικότεροι  σταθμοί  στην  πορεία  για  την  κυριαρχία  του  πολιτικού  ορθολογισμού  ήταν:  η  Αμερικανική  επανάσταση  ως  προπομπός  της  Γαλλικής,  η  Γαλλική  επανάσταση  και  η  πορεία  από  τα  φυσικά  στα  πολιτικά  δικαιώματα,  τα  εθνικά  κινήματα  και  η  δημιουργία  των  εθνικών  κρατών,  η  εδραίωση  των  κοινοβουλευτικών  δομών  και  η  σταδιακή  κατοχύρωση  της  πολιτικής  συμμετοχής  των  μαζών,  το  μεταρρυθμιστικό  κίνημα  στη  Βρετανία,  η  πανευρωπαϊκή  εξάπλωση  των  επαναστάσεων  του  1830  και  του  1848,  η  Τρίτη  Γαλλική  Δημοκρατία  ως  κοινοβουλευτικό  πρότυπο,  η  σοσιαλιστική  ιδεολογία,  ο  συνδικαλισμός  και  το  εργατικό  κίνημα,  η  μετάβαση  από  τα  πολιτικά  στα  κοινωνικά  δικαιώματα  και  από  το  κράτος  δικαίου  στο  κράτος  πρόνοιας.

Ταυτόχρονα, η  έννοια  «Ευρώπη»  προσλαμβάνει  ένα  νέο  περιεχόμενο,  καθώς  οι  διανοούμενοι  του  Διαφωτισμού  αποδίδουν  σ’  αυτή  ένα  πολιτισμικό  παρελθόν,  μια  Ευρωπαϊκή  παράδοση,  που  σηματοδοτούν  την  ιδέα  της  προόδου  της  ανθρωπότητας.  Η  αντίληψη  αυτή  υπονοεί  ενιαίο  ιστορικό  παρελθόν  της  Ευρώπης,  άρα  είναι  προϊόν  γενίκευσης  κάποιων,  ομολογουμένως,  κοινών  χαρακτηριστικών.  Επιπρόσθετα,  η  αντίληψη  των  διαφωτιστών  συνεχίζει  να  αξιολογεί  τον  ευρωπαϊκό  πολιτισμό  ως  ανώτερο  και  τις  ευρωπαϊκές  αξίες  ως  κρίκους  που  αναδεικνύουν  την  ευρωπαϊκή  ταυτότητα.  Η  ευρωπαϊκή  κοινή  ταυτότητα  συνδέθηκε  με  μια  γραμμική  αντίληψη  της  Ιστορίας  ή  με  μια  ευρωκεντρική  ιστορική  διαδρομή  του  κόσμου,  όπου  ο  παγκόσμιος  πολιτισμός  αποτελούσε  το  έτερο  και,  κατά  συνέπεια,  αναφερόταν  όταν  και  όποτε  είχε  σχέση  με  την  Ευρώπη.  Στο  πλαίσιο  αυτό  έγιναν  οι  θεωρητικές  συλλήψεις  για  την  αντιπαράθεση  Ανατολής – Δύσης,  πολιτισμού – βαρβαρότητας,  λευκής – μη  λευκής  φυλής,  με  προφανή  στόχο  την  «ανωτερότητα»  του  ευρωπαϊκού  πολιτισμού.

Ωστόσο υπάρχει και η άλλη όψη του νομίσματος: «ο πολιτικός ανορθολογισμός», που σημαίνει ότι   η  «ανωτερότητα»  του  ευρωπαϊκού  πολιτισμού  δε  φαίνεται  να  δικαιώνεται  από  τα  πράγματα,  καθώς  η  ευρωπαϊκή  ιστορία  χαρακτηρίζεται  από  τις  διαιρέσεις  της.   Ο  πολιτικός  ορθολογισμός  αμφισβητήθηκε.  Ήδη  από  τα  μέσα  του  19ου  αι.  το  ιδεολόγημα  του  φόβου  των  μαζών  αναπτύσσεται  στην  πολιτική  φιλοσοφία.  Το  ιδεολόγημα  αυτό  σε  συνδυασμό  με  τον  επιθετικό  εθνικισμό,  τον  ελιτισμό,  τον  κοινωνικό  δαρβινισμό,  την  ευγονική  και  το  ρατσισμό  θα  σχηματίσουν  στο  μεταίχμιο  του  19ου αι.  προς  τον  20ον  την  ιδεολογία  του  ριζοσπαστικού  αντικοινοβουλευτισμού,  η  οποία  στη  συνέχεια  θα  λειτουργήσει  ως  χωνευτήριο  για  τη  δημιουργία  του  φασισμού  και  του  ναζισμού.

Επομένως, αν  τη  γέννηση  του  ευρωπαϊκού  καπιταλισμού  τη  συνόδεψαν  οι  «θρησκευτικοί»  καλούμενοι  πόλεμοι,  μετά  το  1879,  η  Ευρώπη  σπαράσσεται  από  τις  εθνικές  διαμάχες,  καθώς  η  αρχή  των  εθνοτήτων  ήλθε  να  αντικαταστήσει  αυτή  της  δυναστικής  νομιμότητας,.  Ο  αποικιακός  ανταγωνισμός  που  οξύνθηκε  στις  αρχές  του  20ου  αι.  και  οι  πρωτόγνωρες  εθνικιστικές  υπερβολές  μετέτρεψαν  την  Ευρώπη  σε  πεδίο  μάχης.  Οι  θηριωδίες,  τέλος,  του  Ναζισμού  και  του  Φασισμού  προκάλεσαν  αποστροφή,,  καθώς  ο  εθνικισμός  υπερέβη  και  τα  όρια  του  παροξυσμού. 

Τι  απέγινε,  όμως,  η  ευρωπαϊκή  ιδέα  στη  λαίλαπα  αυτή  των  αντιπαραθέσεων  και  συγκρούσεων;  Όπως  φαίνεται,  αυτή  δεν  έσβησε  ποτέ,  αλλά  ούτε  και  φώτισε  τόσο,  ώστε  να  γίνει  αντιληπτή  από  μεγάλο  μέρος  ανθρώπων.  Υπήρξαν  φωτισμένοι  άνθρωποι,  όπως  θα  δούμε  στο  επί  μέρους  κεφάλαιο,  οι  οποίοι  οραματίσθηκαν  την  ευρωπαϊκή  ιδέα  και  προσπάθησαν  να  την  υλοποιήσουν.  Το  περιεχόμενο  της  ιδέας  αυτής  ήταν  η  παγίωση  της  Ειρήνης  και  της  ασφάλειας  στη  γηραιά  ήπειρο.  Προέβαλε  το  όραμα  της  ειρηνικής  διευθέτησης  των  υποθέσεων της  Ευρώπης  και  το  τέλος  των  αιματηρών  και  εξοντωτικών  πολέμων.  Ήταν  η  απάντηση  Ειρήνης,  το  αντίβαρο  του  πολέμου.  Οι  πρωτοπόροι  αυτοί  εκφραστές  της  ευρωπαϊκής  ιδέας  κατάφεραν  να  σπείρουν  για  τις  επόμενες  γενιές.

Το  αίτημα  της  ευρωπαϊκής  ενοποίησης  άρχιζε  σταδιακά  να  ωριμάζει  στις  συνειδήσεις  ηγετών  και  λαών,  ιδιαίτερα  τον  20ο  αι.  που  οι  πόλεμοι  συγκλόνιζαν  την  Ευρώπη.  Οι  συνέπειες  του  Β’  παγκοσμίου  πολέμου  και  η  φρίκη  που  αυτός  προκάλεσε  επανέφεραν  στο  προσκήνιο,  όσο  ποτέ  άλλοτε,  τα αιτήματα  της  ειρηνικής  διευθέτησης  των  διαφορών,  της  συνεργασίας  των  κρατών  και  της  ευρωπαϊκής  ενοποίησης.  Η  ιδέα  της ενωμένης  Ευρώπης  αναγεννήθηκε  μέσα  από  τους  ποταμούς  αίματος  και  από  τα  ερείπια  που  προκάλεσε  η  ναζιστική  θηριωδία.  Και  είναι  σημαντικό  ότι  η  ιδέα  αυτή  εκφράστηκε  από  το  μέτωπο  του  πολέμου,   από  τα  ευρωπαϊκά  αντιστασιακά,  αντιναζιστικά  κινήματα.  Η  πιο  χαρακτηριστική  έκφραση  της  ιδέας  ήταν  το  «Σχέδιο  Διακήρυξης  των  Ευρωπαίων  Αντιστασιακών»  που  υπογράφηκε  το  1944  και  προέβλεπε  «μια  ομοσπονδιακή  ένωση  ανάμεσα  στους  ευρωπαϊκούς  λαούς».

Η  ευρωπαϊκή  ιδέα  δεν  άλλαξε  περιεχόμενο,  καθώς  παρέμεινε  το  αντίβαρο  του  πολέμου.  Η  ευρωπαϊκή  ενοποίηση,  που  άρχισε  με  τη  Συνθήκη  της  Ρώμης  ή,  λίγο  πριν,  με  τη  δημιουργία  της  Ε.Κ.Α.Χ.  και  συνεχίζεται  στις  μέρες  μας, δεν  είναι,  ομολογουμένως,  η  καλύτερη,  ούτε  καν  ικανοποιητική.  Δε  φαίνεται  να  εμπνέει  στους  λαούς  της  γηραιάς  ηπείρου  το  όραμα  της  ευρωπαϊκής  ιδέας,  όπως  αυτή  προβλήθηκε  στο  διάβα  των  αιώνων.  Η  σημερινή  εικόνα  της  Ευρωπαϊκής  Ένωσης  δεν  είναι  ελκτική,  καθώς  απωθεί  τους  πολίτες,  οι  οποίοι  θεωρούν  αυτή  ως  υπόθεση  ειδικών  που  δεν  έχει  να  κάνει  με  τη  ζωή  τους  και  το  μέλλον  τους.  Αυτό  έχει  ως  αποτέλεσμα  να  μην  έχουν  καμία  οργανική  πολιτική  και  συμμετοχική  σχέση  με  το  οικοδόμημα  αυτό  της  Ε.Ε.  και  να  το  αντιμετωπίζουν  σαν  ένα  αλλότριο,  απόμακρο  απ’  αυτούς  σώμα  ή  ακόμα  και  σαν  εχθρικό.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει εισέλθει σε μια παρατεταμένη κρίση και επειδή μόλις έχουμε διαβεί το κατώφλι της, δεν μπορούμε προς το παρόν να δούμε το φως της διεξόδου. Ήδη το ευρωπαϊκό τοπίο είναι υπονομευμένο από τα αντιτιθέμενα συμφέροντα των πλουσιότερων και των φτωχότερων, των μεγαλύτερων και των μικρότερων, των παλαιότερων και των νεότερων χωρών μελών. Και οι μύθοι των αντικρουόμενων εθνικών ιστοριών χαράζουν βαθιά αυλάκια.  Η κρίση αυτή, όμως, μπορεί να οδηγήσει σε παράλυση το ευρωπαϊκό οικοδόμημα αλλά μπορεί να αποτελέσει και κίνητρο για εξελίξεις που έπρεπε να δρομολογηθούν. Η πρόκληση που προκύπτει αφορά την οικοδόμηση ενός ευρύτατου ευρωπαϊκού κοινωνικού και πολιτικού συνασπισμού που να κλείνει τον δρόμο προς την παράλυση και την εθνοκεντρική αναδίπλωση και να διεκδικεί επιτάχυνση της πολιτικής ενοποίησης, μείωση του ελλείμματος δημοκρατίας, ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής και πρόταξη ενός πιο ισχυρού κοινοτικού προϋπολογισμού.

Η απάντηση στο θολό τοπίο της σημερινής Ε.Ε., στη δημιουργία άψυχων και τεχνοκρατικών υπερεθνικών οργανισμών και στην επιλεκτική παγκοσμιοποίηση δεν θα πρέπει να είναι  η φυγή προς τα πίσω και η νοσταλγική υπεράσπιση του εθνικού – δημοκρατικού μοντέλου. Αυτό, δηλαδή, που παρατηρείται στις ευρωεκλογές του 2019 με την ενίσχυση των επικίνδυνων ακροδεξιών σχημάτων. Απεναντίας, απάντηση αποτελεί ο συνεχής αγώνας για την πραγμάτωση μιας νέας κοσμοπολίτικης τάξης με ριζοσπαστικό περιεχόμενο, που θα αποσυνδέσει τους ιστορικά προσδιορισμένους όρους του τριπτύχου «εθνικό κράτος – αντιπροσωπευτική δημοκρατία – ιδιότητα του πολίτη» δίνοντας οικουμενική διάσταση στα ανθρώπινα δικαιώματα και την πολιτική, κοινωνική και πολιτισμική δημοκρατία.

Προς τούτοις, θα πρέπει να αναζητηθεί η καταλληλότερη και δημοκρατικότερη μορφή για τη συγκρότηση αυτής της ιστορικά πρωτότυπης διαδικασίας και ενιαίας πολιτικής μορφής, η οποία θα συνυπολογίζει τα οικονομικά και κοινωνικά δεδομένα, θα σέβεται τις εθνικές ιδιομορφίες, τις πολιτιστικές ιδιαιτερότητες, την περιφερειακή και κοινωνική συνοχή. Στην πορεία, αυτή, οι θεμελιώδεις αρχές που διέπουν  την ομοσπονδιακή θεωρία θα αποτελέσουν την πυξίδα και την προϋπόθεση για την ανάδειξη των νέων, πρωτότυπων οργανωτικών σχημάτων.

Το στόχο αυτό θα ενισχύσει ένα δημοκρατικό Ευρωπαϊκό Σύνταγμα που θα εξασφαλίζει μια πολυεπίπεδη δημοκρατική νομιμοποίηση και θα φέρνει την εξουσία πιο κοντά στους πολίτες, την άμεση προώθηση ρυθμίσεων που θα αποκαθιστούν την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, όπου το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα αναδεικνύεται ως η βασική νομοθετική εξουσία της Ε.Ε. Και τέλος θα υποστηρίζει τους στόχους του αυτοδιοικητικού ευρωπαϊκού κινήματος που αφορούν στην ενίσχυση των Περιφερειών, τη θεσμική συνταγματική κατοχύρωση των περιφερειακών και αυτοδιοικητικών οργάνων και την κατοχύρωση του Ευρωπαϊκού Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας.

*Βασική πηγή: Σπύρος Τζόκας, "¨Το όραμα της Ενωμένης Ευρώπης", Θεμέλιο, 2005.

VIDEO